αμόχθητος

αμόχθητος
ος, ογ, άμοχθος, η , ο [ος , ον ]
1) ленивый, бездельничающий; 2) лёгкий, нетрудный, нетрудоёмкий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "αμόχθητος" в других словарях:

  • αμόχθητος — η, ο (Α ἀμόχθητος, ον) [μοχθῶ] αυτός που δεν μοχθεί, δεν καταβάλλει πολύ κόπο νεοελλ. αυτός που γίνεται δίχως κόπο, ο άκοπος …   Dictionary of Greek

  • αμόχθητος — η, ο επίρρ. α αυτός που ζει ή αυτός που γίνεται χωρίς μόχθο: Αμόχθητος όπως ήταν, τα περίμενε όλα έτοιμα από τους άλλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμοχθήτως — ἄμοχθος free from toil and trouble adverbial ἄμοχθος free from toil and trouble masc/fem acc pl (doric) ἀμόχθητος adverbial ἀμόχθητος masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμοχθος — η, ο αμόχθητος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμοχθήτοισι — ἄμοχθος free from toil and trouble masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀμόχθητος masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοχθήτοισιν — ἄμοχθος free from toil and trouble masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀμόχθητος masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμοχθήτων — ἄμοχθος free from toil and trouble masc/fem/neut gen pl ἀμόχθητος masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»